Thymele Logo
Search

σκηνοθεσία [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 5
Videos Icon 1
[1]

Ορισμός

Η διαδικασία της οργάνωσης, του συντονισμού και της σύνθεσης όλων των έμψυχων και άψυχων σκηνικών στοιχείων που επιλέγονται από έναν/μία σκηνοθέτη/σκηνοθέτρια στην προετοιμασία και την υλοποίηση της παράστασης ενός δραματικού ή άλλου είδους αναπαριστώμενου έργου.

Ανάπτυξη

Η συστηματική πρακτική της σκηνοθεσίας και η καθιέρωση του σχετικού όρου ανάγουν τις απαρχές τους στον 19ο αιώνα. Ωστόσο, στην ιστορία του θεάτρου υπήρχαν ανέκαθεν μορφές συνολικής οργάνωσης του θεάματος από πρόσωπα που εμπλέκονταν στην καλλιτεχνική πράξη. Στην αρχαία Ελλάδα, κατά το μεγαλύτερο μέρος του 5ου αιώνα π.Χ., ο δραματικός ποιητής είχε την ευθύνη της διδασκαλίας των έργων του. Η ταύτιση αυτή διαρρήχθηκε στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, όταν ο Αριστοφάνης συνεργάστηκε με άλλους διδασκάλους (Καλλίστρατος, Φιλωνίδης) για την παρουσίαση των κωμωδιών του.


Στα χρόνια του Μεσαίωνα, η ευθύνη της οργάνωσης των μυστηρίων ανήκε στον «επικεφαλής του θεάματος» [pageant master], ο οποίος συνδύαζε αρμοδιότητες παραγωγού, σκηνοθέτη και φροντιστή. Κατά την περίοδο του μπαρόκ, ο αρχιτέκτονας ή ο σχεδιαστής σκηνής οργάνωνε την παράσταση με βάση τη χωροταξική του οπτική. Στο ελισαβετιανό θέατρο ο θεατρικός συγγραφέας αναλάμβανε τη σκηνική παρουσίαση, πρακτική που ακολούθησε αργότερα και ο Μολιέρος [Molière]. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα, η ευθύνη μετατοπίστηκε στον πρωταγωνιστή-θιασάρχη. Στην Αγγλία ξεχώρισαν οι David Garrick [Ντέηβιντ Γκάρρικ], Edmund Kean [Έντμουντ Κην] και Henry Irving [Χένρυ Έρβινγκ], ενώ στη Γερμανία εμφανίστηκαν οι πρώτοι ηθοποιοί-ρεζισέρ [Regisseur], όπως ο Friedrich Ludwig Schröder [Φρήντριχ Λούντβιχ Σρέντερ], οι οποίοι μεριμνούσαν για την προετοιμασία διασφαλίζοντας την προσωπική τους προβολή.


Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Johann Wolfgang von Goethe [Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε] στο Θέατρο της Βαϊμάρης έθεσε τα θεμέλια της σκηνοθετικής καθοδήγησης. Θέσπισε κανόνες υποκριτικής, όρισε συγκεκριμένο αριθμό δοκιμών και εισήγαγε το σχεδιάγραμμα σκηνικής δράσης / σταμπιλάρισμα [blocking] των κινήσεων, καθορίζοντας τη χωροταξική τοποθέτηση των ηθοποιών. Η σκηνοθεσία αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη τέχνη στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα λόγω της εμφάνισης του νατουραλισμού. Ο Δούκας Γεώργιος Β΄ των Ζάξεν-Μάινινγκεν [Georg II von Saxen-Meiningen], ο θεωρούμενος πρώτος κατ’ επάγγελμα σκηνοθέτης, επέβαλε τον έλεγχο του συντονιστή-δημιουργού, δίνοντας έμφαση στην ιστορική ακρίβεια και στην πιστή αναπαράσταση. Στη Γαλλία, ο André Antoine [Αντρέ Αντουάν] προώθησε τη λειτουργική ενσωμάτωση του/της ηθοποιού στο σκηνογραφικό περιβάλλον, ενώ στη Ρωσία ο Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] εισήγαγε τη μέθοδο της ανάλυσης του ρόλου με στόχο την εσωτερική αλήθεια. Αυτές οι μορφές εδραίωσαν τον σκηνοθέτη/την σκηνοθέτρια ως την κεντρική ερμηνευτική αυθεντία που διαμεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τη σκηνική του πραγμάτωση.


Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η σκηνοθεσία εξελίχθηκε μέσα από τη δράση εμβληματικών δημιουργών που πρότειναν νέες ιεραρχήσεις των καλλιτεχνικών λειτουργιών. Στη Γαλλία, οι Jacques Copeau [Ζακ Κοπώ], Charles Dullin [Σαρλ Ντυλλέν], Louis Jouvet [Λουί Ζουβέ] και Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ] ανανέωσαν τη σκηνική γλώσσα, ενώ στη Ρωσία ο Vsevolod Meyerhold [Βσέβολοντ Μεγιερχόλντ] και ο Nikolai Evreinov [Νικολάι Εβρέινωφ] στράφηκαν προς τη θεατρικότητα και τον κονστρουκτιβισμό.


Στον γερμανόφωνο χώρο, ο Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ] ανέδειξε τη σημασία του θεάματος και ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] καθιέρωσε το επικό θέατρο ως μέσο κοινωνικής κριτικής. Ο Πολωνός Jerzy Grotowski [Γέρζι Γκροτόφσκι] και ο Άγγλος Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ] πρόσφεραν θεωρητικές αναζητήσεις που άλλαξαν την αντίληψη για τον χώρο και τον/την ηθοποιό. Αυτές οι προσεγγίσεις ενίσχυσαν τον ρόλο του σκηνοθέτη / της σκηνοθέτριας ως αυτόνομου / αυτόνομης δημιουργού, που διαμορφώνει τη δική του/της σκηνική ιδιόλεκτο.


Στη σύγχρονη εποχή, η σκηνοθεσία υπερβαίνει την παραδοσιακή έννοια της «πιστής» μεταφοράς ενός κειμένου στη σκηνή. Ο σκηνοθέτης-δημιουργός [auteur] λειτουργεί ως ο απόλυτος ρυθμιστής ενός ολοτεχνήματος, υιοθετώντας μια ιδιοσυγκρασιακή μέθοδο που βασίζεται στην προσωπική αισθητική και ιδεολογική του ταυτότητα. Η διαδικασία δεν ακολουθεί απαραίτητα προκαθορισμένα βήματα (όπως η παθητική μελέτη του κειμένου ή η διανομή ρόλων), αλλά μπορεί να ξεκινήσει από μια οπτική εικόνα, έναν ήχο ή μια σωματική παρόρμηση. Η σύγχρονη σκηνοθετική πρακτική κατά κανόνα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης σκηνικής γλώσσας [écriture scénique], όπου ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια συνεργάζεται ισότιμα με σκηνογράφους, φωτιστές και μουσικούς για τη γέννηση ενός πρωτότυπου καλλιτεχνικού συμβάντος. Σε περιπτώσεις συλλογικής δημιουργίας η σκηνοθεσία καθοδηγεί την ομαδική έρευνα ενός θιάσου, μετατρέποντας τον αυτοσχεδιασμό και τη συλλογική γραφή σε δομικό στοιχείο της παράστασης. Ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια αναλαμβάνει τη διαχείριση της σκηνικής ενέργειας και του ρυθμού, λαμβάνοντας αποφάσεις που επαναπροσδιορίζουν τη σχέση του έργου με την πραγματικότητα και το κοινό.


Η εισαγωγή της σκηνοθεσίας στην Ελλάδα χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα και συνδέεται με την ίδρυση του Βασιλικού Θεάτρου και της Νέας Σκηνής, μέσα από τη δράση των Θωμά Οικονόμου και Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Η ελληνική σκηνή εμπλουτίστηκε στη συνέχεια από τον Φώτο Πολίτη και τον Δημήτρη Ροντήρη, οι οποίοι προσέγγισαν με νέους όρους την αρχαία ελληνική τραγωδία. Ο Κάρολος Κουν, μέσω του Θεάτρου Τέχνης, διαμόρφωσε μια σχολή που επηρέασε γενιές καλλιτεχνών. Στην πορεία του αιώνα, δημιουργοί όπως οι Αλέξης Σολομός, Αλέξης Μινωτής, Τάκης Μουζενίδης και Σωκράτης Καραντινός εμπλούτισαν την παράδοση της σκηνικής αναπαράστασης του αρχαίου ελληνικού δράματος και παράλληλα ανανέωσαν το ρεπερτόριο. Στη μεταπολεμική και σύγχρονη εποχή, σκηνοθέτες όπως ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, ο Μίνως Βολανάκης, ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Βασίλης Παπαβασιλείου πρότειναν ανατρεπτικές αναγνώσεις του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, ενδυναμώνοντας τη σκηνοθετική αυθεντία στην ελληνική πραγματικότητα.


Η ανάπτυξη θεωρητικών εργαλείων από τις δεκαετίες του 1960 και 1970 (σημειολογία, μεταδομισμός, σπουδές φύλου) ενίσχυσε τον ρόλο και τη λειτουργία της σκηνοθεσίας στις σύγχρονες παραστάσεις. Η σύγχρονη σκηνοθετική πράξη επιτρέπει μια ευρεία τυπολογία: από την αρχαιολογική αποκατάσταση και τον εκσυγχρονισμό έως την αποδόμηση και τη σωματοποίηση. Η τεχνολογική ανάπτυξη προσφέρει πλέον πολυμεσικές, διαμεσικές και εικονικές δυνατότητες, τις οποίες ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια καλείται να ενσωματώσει στις καλλιτεχνικές του/της στοχεύσεις. Η σκηνοθεσία παραμένει μια δυναμική τέχνη διαμεσολάβησης και σύνθεσης, η οποία επαναπροσδιορίζει διαρκώς τη σχέση ανάμεσα στο αναπαριστώμενο έργο, την τεχνολογική πραγματικότητα και τη σύγχρονη συνθήκη πρόσληψης.

Αγγλικά
directing
Γαλλικά
mise-en-scène, la
Γερμανικά
Regie, die
Ιταλικά
regia, la

Συνώνυμα

μιζ-αν-σεν, σκηνοθέτηση, σκηνική διδασκαλία

Σχετικοί όροι

σκηνικό κείμενο, επιτέλεση, ηθοποιός, ολοτέχνημα, σκηνογραφία, σκηνογράφος

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

Σκηνοθεσία και μεταφυσική


«Εκείνο που… προέχει για την ώρα είναι να προσδιορίσουμε από τι συνίσταται αυτή η φυσική γλώσσα, [...] η αποτελούμενη από ύλη, [...] στέρεα, με τη βοήθεια της οποίας το θέατρο είναι σε θέση να διαφοροποιηθεί από το λόγο. Συστατικά της γλώσσας αυτής είναι κάθε τι που υπάρχει πάνω στη σκηνή, κάθε τι που μπορεί να παρουσιαστεί και να εκφραστεί σαν υλική παρουσία πάνω στη σκηνή, και που, πριν απ’ όλα, απευθύνεται πρώτα στις αισθήσεις και όχι στο μυαλό, όπως κάνει η γλώσσα των λέξεων. (Γνωρίζω καλά πως και οι λέξεις έχουν δυνατότητες να χρησιμοποιούνται σαν καθαροί ήχοι, με τρόπους διαφορετικούς παρά να ρίχνονται στον χώρο: είναι αυτό που λέμε «τονισμοί», «τόνοι μουσικοί». Και πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν πάνω στην συγκεκριμενοποιημένη αξία του τονισμού στο θέατρο, για την ικανότητα που έχουν οι λέξεις να δημιουργούν από μόνες τους μια μουσική ανάλογη με τον τρόπο που εκφέρονται, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο νόημα, είτε και σε πείσμα αυτού του συγκεκριμένου νοήματος, για την ικανότητά τους να δημιουργούν κάτω από τη γλώσσα ένα υποβρύχιο ρεύμα από εντυπώσεις, αντιστοιχίες, αναλογίες. Όμως αυτός ο θεατρικός τρόπος αποτίμησης της γλώσσας αποτελεί κιόλας μια επιβοηθητική πλευρά της γλώσσας για το θεατρικό συγγραφέα, πλευρά δευτερεύουσα, την οποία, προπαντός στην εποχή μας, δε λαβαίνει υπόψη του ο συγγραφέας στην οικοδόμηση του έργου του…).»

Ο Αντονέν Αρτώ επιχειρεί να προσδιορίσει σε τι συνίσταται η σκηνοθεσία.

Αρτώ, Α. (1992). Σκηνοθεσία και μεταφυσική. Στο Το Θέατρο και το Είδωλό του. Αθήνα και Γιάννινα: Δωδώνη, 1992, σσ. 42-43.

Quote Icon

«Αν κάποιος απ' τους παλιούς τους κωμικούς μάς έβαζε / με λόγια δικά του στην παράβαση ν' απευθυνθούμε στο κοινό, / εύκολα δεν θα του κάναμε τη χάρη αυτή. Όμως ο ποιητής μας τώρα / το αξίζει· γιατί τους ίδιους μ' εμάς μισεί· και τα δίκαια τολμά να λέει / και γενναία τα βάζει με τον Τυφώνα και την Ανεμοζάλη. / Λέει πως πολλοί από σας τον πλησιάζουν απορώντας / και να μάθουν ζητώντας, γιατί στο παρελθόν δεν ζήτησε / ποτέ ο ίδιος ν’ ανεβάσει κωμωδία του. / Μας παρακάλεσε λοιπόν να μιλήσουμε γι’ αυτό. / Λέει ο άνθρωπος ότι δεν ήταν από ανοησία που άργησε / <μπρος να πάρει>, / μα γιατί πίστευε πως η σκηνοθεσία της κωμωδίας / είναι το πιο δύσκολο πράγμα απ' όλα. [...] Αυτά φοβόταν <ο ποιητής> και διαρκώς ανέβαλλε· / κι έλεγε επίσης πως πρώτα πρέπει να τραβάει κανείς κουπί, / προτού στα χέρια πάρει το τιμόνι· έπειτα απ' την πλώρη το σκάφος / να καθοδηγεί τους ανέμους μελετώντας και, τέλος, να γίνεται / στο πλοίο του κυβερνήτης. »

Σε αυτό το σημείο της παράβασης των Ιππέων (στ. 507-517 και 541-544) ο κωμικός Χορός εξηγεί εκ μέρους του Αριστοφάνη τους λόγους για τους οποίους ο κωμικός ποιητής καθυστέρησε να αναλάβει τη διδασκαλία κωμωδίας του (οι Ιππείς του 434 π.Χ. είναι η πρώτη κωμωδία που 'σκηνοθετεί' ο ίδιος ο Αριστοφάνης) και χρησιμοποιεί την περίφημη «ναυτική μεταφορά από τους Ιππής του Αριστοφάνη (στ. 541-544), όπου το θεατρικό λειτούργημα αντιπαραβάλλεται με τα διαφορετικά στάδια εκπαίδευσης και εξέλιξης στη ναυσιπλοΐα: κωπηλάτης – πηδαλιούχος – πρωράτης (ναύτης-αξιωματικός καταστρώματος) – κυβερνήτης. Δεν είναι βέβαιο ποια είναι η ακριβής αντιστοιχία αυτών των ναυτικών υπηρεσιών με τις καλλιτεχνικές υπηρεσίες και θεατρικές διαβαθμίσεις στην ελληνική αρχαιότητα (βωβό πρόσωπο; μέλος Χορού; Κορυφαίος Χορού; τριταγωνιστής; δευτεραγωνιστής; πρωταγωνιστής; συνεργάτης άλλων κωμικών ποιητών; υποδιδάσκαλος-χοροδιδάσκαλος;), το βέβαιο όμως είναι ότι όλες οι διαφορετικές βαθμίδες καταλήγουν στο λειτούργημα του ποιητή-διδασκάλου, του κωμικού δηλαδή ποιητή που αναλάμβανε ο ίδιος το υπεύθυνο και σύνθετο έργο της διδασκαλίας (σκηνοθεσίας) των έργων του.

Αριστοφάνης, Ιππείς (2024) (Γ. Λιγνάδης, Μετ.). Αθήνα: Πρώτη ύλη.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Ο σκηνοθέτης David Feldshuh [Ντέιβιντ Φέλντσου] και η βοηθός σκηνοθέτη Carolyn Goelzer, που διδάσκουν…

H Emma Rice [Έμμα Ράις] σκηνοθέτρια και πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Globe, μιλά για…

Ο Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι] μιλά για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε τα Ελευσίνια…

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος σε πρόβα (2011).

Ηχογραφημένο ντoκουμέντο με τον Κάρολο Κουν να διευθύνει την πρόβα των Τρωάδων του Ευριπίδη, Θέατρο…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Κύκλος Σαίξπηρ: Ριχάρδος ΙΙ. Η Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του «Θεάτρου του…

βασική

Bablet, D. (2008). Ιστορία σύγχρονης σκηνοθεσίας: Τόμος 1, 1887–1914 (Δ. Κωνσταντινίδης, Μετ.). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Banham, M. (1988). The Cambridge Guide to World Theatre. Cambridge: Cambridge University Press.

Chapple, F. & Kattenbelt, C. (2006). Intermediality in Theatre and Performance: Amsterdam; New York: Rodopi

Elam, K. (2001). Η Σημειωτική Θεάτρου και Δράματος (Δ. Τσατσούλης, Επιμ., Κ. Διαμαντάκου, Μετ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Fuchs, G. (1959). Revolution in the Theatre (C. Connor Kuhn, Trans.). Ithaca, NY: Cornell University Press.

Fortier, Μ. (1997). Theory/Theatre: An Introduction. London: Routledge.

Innes, Ch. & Shevtsova, M. (2013). The Cambridge Introduction to Theatre Directing. Cambridge: Cambridge University Press.

Innes, Ch. (1993). Avant Garde Theatre: 1892–1992. London and New York: Routledge.

Jomaron, J. (2009). Ιστορία σύγχρονης σκηνοθεσίας: 2ος τόμος, 11914–1940 (Δ. Κωνσταντινίδης, Μετ.). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Kowzan, T. (1969). Le texte et le spectacle. Rapports entre la mise en scène et la parole. CAIEF 81, 6372.

Kowzan, T. (1981). Le texte et son interprétation théâtrale. Semiotica 33(3/4), 201210

Leach, R. (2008). Theatre Studies: The Basics. London: Routledge.

Papalexiou, E. (2005). La tragédie grecque sur la scène contemporaine. Thèse doctorale – Université Paris IV, Sorbonne. Lille: Atelier National de Reproduction des Thèses.

Pavis, P. (1985). Voix et images de la scène. Vers une sémiologie de la réception. Lille: Presses Universitaires de Lille.

Pavis, P. (1983). «Production et réception au théâtre: La concrétisation du texte dramatique et spectaculaire». Revue Des Sciences Humaines LX 189, 5188.

Pavis, P. (1996a). L’ analyse des spectacles. Paris: Nathan.

Pavis, P. (1996b). Dictionary of the Theatre: Terms, Concepts, and Analysis. Toronto: University of Toronto Press.

Pavis, P. (2013) Contemporary Mise en Scène: Staging Theatre Today (J. Anderson, Trans.). London and New York: Routledge.

Perroux, A. (2007). «Le metteur en scène, interprète ou créateur?». L'Avant-Scène Opéra: Opéra et mise en scène 241: 4855.

Rodosthenous, G. (Ed.) (2017). Contemporary Αdaptations of Greek Tragedy: Auteurship and Directorial Visions. London: Methuen.

Sidiropoulou, A. (2011). Authoring Performance: The Director in Contemporary Theatre. New York: Palgrave Macmillan.

Συλλ. (1971). Αρχιτέκτονες του σύγχρονου θεάτρου (Λ. Μαντζοπούλου, Μετ., Π. Μάτεσις, Επιμ.). Αθήνα: Δωδώνη.

συμπληρωματική

Beacham, R. (1987). Adolphe Appia: Theatre Artist. Cambridge: Cambridge University Press.

Benedetti, J. (1999). Stanislavsky: His Life and Art, A Biography. London: Methuen.

Braun, E. (1969). Meyerhold on Theatre. London: Methuen.

Braun, E. (1995). Meyerhold: A Revolution in Theatre. London: Methuen.

Brown, J. (ed.) (2008). The Routledge Companion to Directors’ Shakespeare. Abingdon: Routledge.

Carlson, M. (2009). Theatre Is More Beautiful than War: German Stage Directing in the Late Twentieth Century. Iowa City: University of Iowa Press.

Carnicke, S. M. (2009). Marie. Stanislavsky in Focus: An Acting Master for the Twenty-First Century. London and New York: Routledge.

Craig, E. G. [1911] (1960). On the Art of the Theatre. New York: Theater Arts Books.

Delgado, M., & Rebellato, D. (Dds.) (2010). Contemporary European Theatre Directors. London and New York: Routledge.

Innes, Ch. (ed.) (2000). A Sourcebook on Naturalist Theatre, London and New York: Routledge.

Shepherd, S., & Peta, Τ. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 1: Antoine, Stanislavski, Saint-Denis. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., & Barnett, D. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 2: Meyerhold, Piscator, Brecht. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., & Pitches, J. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 3: Copeau, Komisarjevsky, Guthrie. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., & Patterson, M. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 4: Reinhardt, Jessner, Barker. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., & Allain, P. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 5: Grotowski, Brook, Barba. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., Finburgh Delijani, C., & Boenisch, P. M. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 6: Littlewood, Strehler, Planchon. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S., & Hardison Londré, F. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 7: Barrault, Mnouchkine, Stein. London: Bloomsbury Publishing.

Shepherd, S. Van den Dries, L., De Laet, T. (Εds.) (2024). The Great European Stage Directors. Volume 8: Bausch, Castellucci, Fabre. London: Bloomsbury Publishing.

Αρβανίτη, Κ. (2020). Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο I: Θωμάς Οικονόμου, Φώτος Πολίτης, Δημήτρης Ροντήρης. Αθήνα: Παπαζήσης.

Αρβανίτη, Κ. (2020). Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο II: Τάκης Μουζενίδης, Αλέξης Μινωτής, Αλέξης Σολομός. Αθήνα: Παπαζήσης.

Αρτώ, Α. (1992). Το Θέατρο και το Είδωλό του (Π. Μάτεσις, Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις Δωδώνη.Γκορτσακόφ, Ν. (1997). Βαχτάνγκοφ. Μαθήματα σκηνοθεσίας και υποκριτικής (Α. Μανωλικάκης, Μετ.). Αθήνα: Μέδουσα.

Γκροτόφσκι, Γ. (1982). Για ένα Φτωχό Θέατρο (Φ. Κονδύλης & Μ. Γαΐτη-Βορρέ, Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις Θεωρία.

Γλυτζουρής, Α. (2011). Η σκηνοθετική τέχνη στην Ελλάδα. Η ανάδυση και η εδραίωση της τέχνης του σκηνοθέτη στο νεοελληνικό θέατρο. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Κουν, Κ. (1987). Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Αθήνα: Καστανιώτης.

Μέγερχολντ, Β. (2021). Βσέβολοντ Μέγερχολντ: Για το θέατρο (Μ. Σικιτάνο, Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Μιχαλόπουλος, Π., & Μαντζουράνη, Χ. (Επιμ.) (2023). Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Μπάρμπα, Ε., & Σαβαρέζε, Ν. (2018). Η Μυστική τέχνη του ηθοποιού. Αρχές Θεατρικής Ανθρωπολογίας (Μ. Χατζηεμμανουήλ, Μετ.). Αθήνα: ΚΟΑΝ.

Παπαλεξίου, Ε. (2025). Ταξιδεύοντας στη Χώρα της Ουτοπίας. Αριάν Μνουσκίν και Θέατρο του Ήλιου. Αθήνα: ΚΑΠΟΝ.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). σκηνοθεσία. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνοθεσία

Chicago

"σκηνοθεσία." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνοθεσία.

1741