Σκηνοθεσία και μεταφυσική
«Εκείνο που… προέχει για την ώρα είναι να προσδιορίσουμε από τι συνίσταται αυτή η φυσική γλώσσα, [...] η αποτελούμενη από ύλη, [...] στέρεα, με τη βοήθεια της οποίας το θέατρο είναι σε θέση να διαφοροποιηθεί από το λόγο. Συστατικά της γλώσσας αυτής είναι κάθε τι που υπάρχει πάνω στη σκηνή, κάθε τι που μπορεί να παρουσιαστεί και να εκφραστεί σαν υλική παρουσία πάνω στη σκηνή, και που, πριν απ’ όλα, απευθύνεται πρώτα στις αισθήσεις και όχι στο μυαλό, όπως κάνει η γλώσσα των λέξεων. (Γνωρίζω καλά πως και οι λέξεις έχουν δυνατότητες να χρησιμοποιούνται σαν καθαροί ήχοι, με τρόπους διαφορετικούς παρά να ρίχνονται στον χώρο: είναι αυτό που λέμε «τονισμοί», «τόνοι μουσικοί». Και πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν πάνω στην συγκεκριμενοποιημένη αξία του τονισμού στο θέατρο, για την ικανότητα που έχουν οι λέξεις να δημιουργούν από μόνες τους μια μουσική ανάλογη με τον τρόπο που εκφέρονται, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο νόημα, είτε και σε πείσμα αυτού του συγκεκριμένου νοήματος, για την ικανότητά τους να δημιουργούν κάτω από τη γλώσσα ένα υποβρύχιο ρεύμα από εντυπώσεις, αντιστοιχίες, αναλογίες. Όμως αυτός ο θεατρικός τρόπος αποτίμησης της γλώσσας αποτελεί κιόλας μια επιβοηθητική πλευρά της γλώσσας για το θεατρικό συγγραφέα, πλευρά δευτερεύουσα, την οποία, προπαντός στην εποχή μας, δε λαβαίνει υπόψη του ο συγγραφέας στην οικοδόμηση του έργου του…).»
Στο δοκίμιο «Σκηνοθεσία και μεταφυσική» (1932) ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ] επιχειρεί να ορίσει τη σκηνοθεσία ως αυτόνομη σκηνική γλώσσα, υλική και χωρική, η οποία απευθύνεται στις αισθήσεις πριν από τη νόηση και διαφοροποιείται ριζικά από τον λόγο. Ο όρος αποσπάται εδώ από τη σημασία της απλής διευθέτησης του κειμένου στη σκηνή και ταυτίζεται με το σύνολο όσων υπάρχουν και εκφράζονται επί σκηνής ως υλική παρουσία. Η θέση αυτή θεμελιώνει την αντίληψη του σκηνοθέτη ως δημιουργού και όχι ως διαμεσολαβητή του συγγραφέα, την οποία θα αναπτύξει η σκηνοθεσία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.
Αρτώ, Α. (1992). Σκηνοθεσία και μεταφυσική. Στο Το θέατρο και το είδωλό του (Π. Μάτεσις, Μετ., σσ. 42–43). Αθήνα: Δωδώνη.